ξεβίδωμα

ξεβίδωμα
το, -ατος
1. αποσύνδεση, αποκοχλίωση.
2. μτφ., τρέλα, μωρία, ανοησία.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Look at other dictionaries:

  • ξεβίδωμα — το 1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού ξεβιδώνω, αφαίρεση ή λασκάρισμα τής βίδας 2. υπερβολική κούραση, σωματική εξάντληση 3. μτφ. απώλεια λογικού, παραφροσύνη, τρέλα …   Dictionary of Greek

  • κάβουρας — I Ονομασία δύο νησίδων του Αιγαίου πελάγους. 1. Ακατοίκητη νησίδα των κεντρικών Κυκλάδων. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Μυκόνου του νομού Κυκλάδων. 2. Ακατοίκητη νησίδα των κεντρικών Κυκλάδων. Βρίσκεται Β της Αντιπάρου και της νησίδας Διπλό, με… …   Dictionary of Greek

  • κατσαβίδι — το εργαλείο που χρησιμεύει στο βίδωμα ή στο ξεβίδωμα, βιδολόγος. [ΕΤΥΜΟΛ. < βεν. cazzavide] …   Dictionary of Greek

  • κοχλιοστρόφιο — και κοχλιοστροφείο, το εργαλείο με το οποίο στρέφεται ο κοχλίας, εργαλείο που χρησιμοποιείται για βίδωμα και ξεβίδωμα, κατσαβίδι, βιδολόγος. [ΕΤΥΜΟΛ. < κοχλίας + στρόφιο (< στροφή < στρέφω), πρβλ. πηλο στρόφιον, χειλο στρόφιον. Η λ.… …   Dictionary of Greek

  • κατσαβίδι — το (λ. ιταλ.), εργαλείο που χρησιμοποιείται για το βίδωμα ή ξεβίδωμα κοχλιών: Η βίδα αυτή θέλει κατσαβίδι να ξεβιδώσει …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”